ferte-ta-paidia-stin-ekklisia-h-afiste-ta-na-erthoun-mona-tous

Φέρτε τα παιδιά στην Εκκλησία ή αφήστε τα να έρθουν μόνα τους;

-Κείμενο: Γεώργιος Μιχαηλίδης, Θεολόγος-

Το ερώτημα δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται, και σίγουρα δεν χωρά εύκολες απαντήσεις. Καλή και απαραίτητη είναι η παρακίνηση, όταν βέβαια δεν μετατρέπεται σε πίεση, σε έλεγχο ή σε ηθικό βάρος που το παιδί δεν μπορεί να σηκώσει. Το ουσιαστικότερο δεν είναι τι λέμε στα παιδιά, αλλά τι βλέπουν από εμάς (γονείς και παιδαγωγούς). Το παράδειγμα των γονιών είναι αυτό που μιλάει πιο δυνατά από κάθε νουθεσία. Όταν το παιδί βλέπει τον γονιό να προσεύχεται, να εξομολογείται, να μετέχει στα μυστήρια, να παλεύει με τον εαυτό του και να επιστρέφει στην Εκκλησία όχι ως φαινομενικά «καλός» αλλά ως μετανοών άνθρωπος, τότε ανοίγει ο δρόμος της αλήθειας. Όχι ρόλος, όχι ταμπέλα, όχι παιδιά καλά και παιδιά κακά, ούτε αγνά απέναντι σε αμαρτωλούς ανθρώπους. Αυτές οι κατηγοριοποιήσεις δεν είναι εκκλησιαστικές, είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης ανασφάλειας και συνήθως πληγώνουν.

Ο ίδιος ο Χριστός είναι απολύτως ξεκάθαρος. «Άφετε τα παιδία και μη κωλύετε αυτά ελθείν προς με» και ταυτόχρονα προειδοποιεί «ος αν σκανδαλίζει ένα των μικρών τούτων». Δεν φοβάται την ελευθερία τους, φοβάται τον σκανδαλισμό τους. Και σκανδαλισμός δεν είναι η ερώτηση, η αμφιβολία ή η απόσταση που θα ζήσει ένα παιδί. Ο σκανδαλισμός είναι η υποκρισία, η βία, η πνευματική κατάπτωση, το να τους παρουσιάζουμε έναν Θεό που ζητά τελειότητα αντί για αλήθεια. Ο Χριστός δεν είναι ο Θεός των τελείων, αλλά όσων θέλουν Τον Τέλειο. Όταν ο Χριστός λέει να γίνουμε σαν τα παιδιά, δεν μας καλεί σε ανωριμότητα, ούτε σε φυγή από την ενήλικη πνευματική ευθύνη. Μας καλεί να ξαναβρούμε την καθαρότητα της καρδιάς, την εμπιστοσύνη προς τον Θεό, την ειλικρίνεια στις σχέσεις και όχι να μείνουμε ανώριμοι. Ο Χριστός δεν θέλει αιώνια παιδιά, θέλει ενήλικες ελεύθερους και ώριμους. Ανθρώπους που αγαπούν ή θέλουν να Τον αγαπήσουν συνειδητά. Ανθρώπους που επιθυμούν να γίνουν αδέρφια του Χριστού, να υιοθετηθούν από την θεϊκή πατρότητα.

Καταλαβαίνουμε ότι τα παιδιά είναι ελεύθερες προσωπικότητες. Δεν ανήκουν στους γονείς τους ως ιδιοκτησία, ούτε στην Εκκλησία ως αριθμοί μελών. Χρειάζονται και έχουν ανάγκη από αγάπη, που φαίνεται στις πράξεις, όχι από λόγια που πομπώδη. Υπάρχει ανάγκη από χώρο για να ρωτήσουν, να αμφισβητήσουν, να απομακρυνθούν και να επιστρέψουν στην αίσθηση της αγάπης-ασφάλειας. Την δική μας έλλειψη και ανασφάλεια, τίποτα δεν μπορεί να κρύψει. Η Εκκλησία δεν είναι χώρος εξαναγκασμού, αλλά τόπος θεϊκής συνάντησης και συνομιλίας. Όταν το παιδί νιώσει ότι το αγαπούν χωρίς όρους, ότι δεν χρειάζεται να παίξει ρόλο για να γίνει αποδεκτό, τότε κάποια στιγμή θα θελήσει μόνο του να πλησιάσει. Και αυτή η κίνηση, όταν γίνει ελεύθερα, έχει άλλη ποιότητα και άλλη διάρκεια. Διαρκεί διότι αναπτύσσεται σχέση αγάπης και αξίας.

Ίσως τελικά το ζητούμενο δεν είναι αν θα φέρουμε τα παιδιά στην εκκλησία ή αν θα αφήσουμε να έρθουν μόνα. Το ζητούμενο είναι αν εμείς οι ίδιοι ζούμε την πίστη που αξίζει να δει κανείς από κοντά. Γιατί τα παιδιά δεν ακολουθούν τόσο αυτά που τους λέμε, όσο αυτό που είμαστε. Και εκεί, χωρίς φωνές και πιέσεις, αρχίζει η αληθινή αγωγή. Η αγωγή και η παρότρυνση, δεν βρίσκονται στα λόγια, αλλά στην καρδιά και στα γόνατα της προσευχής. Χωρίς θυσία και με επιβολή (με το στανιό), όλη η πνευματική πρόοδος θα γίνεται καπνός.

error: Content is protected !!
Κύλιση στην κορυφή