– Κείμενο: Ειρήνη Παπαγεωργίου –
Κάτι που ζηλεύω πολύ στους άλλους είναι όταν έχουν απλότητα, ταπείνωση ή στωικότητα. Αρετές που ποτέ δεν θα αγγίξω.
Προσπαθώντας να νιώσω, ταυτόχρονα βασανίζομαι, εκλογικεύοντας… Νιώθω τη μία, την άλλη αποσυνδέομαι. Μπλέκονται τα “καλωδιακά” και αναρωτιέμαι, ποιος κάνει κουμάντο τώρα;
Είναι τόσο οξύμωρο, να προσπαθώ να νιώσω αυτό που κατανοώ και να μην μπορώ, και πολλές φορές να νιώθω αυτό που δεν μπορώ με τίποτα να το χωρέσω στο μυαλό μου. Και πάλι, εκεί που νομίζω πως έχω βάλει τάξη, ένα άκουσμα, με πετάει τόσο έξω, όπως τα αγωνιστικά αυτοκίνητα.
Πιο αποκαλυπτικές στιγμές όμως είναι εκείνες που δεν σκέφτομαι τίποτα! Στιγμές απόλυτης σιωπής, ή στιγμές που θα ακούω μία ομιλία ή θα διαβάζω κάτι, νιώθοντας σα μωρό, που ενώ δεν έχει καμία σύνδεση με τον εαυτό του, ρουφά τις πληροφορίες σαν σφουγγάρι και τις “εγγράφει”.
Οι πιο μπερδεμένες, πάλι, στιγμές, είναι αυτές που έχω κατανοήσει απόλυτα το μήνυμα είτε το νόημα σε κάτι, αλλά υπάρχει ένα κενό. Μια δυσπιστία ή ένας απροσδιόριστος φόβος μήπως και τα φαντάζομαι όλα ή είναι απλά η δική μου ανάγκη…
Και έτσι, περνώντας οι μέρες, οι ώρες, εκεί που βουτάς στις καθημερινές ανάγκες και μέριμνες, έρχεται ένα “μήνυμα” και σου απαντά κατευθείαν στην ψυχή.
Ειρήνευε και μη φοβάσαι. Σε ακούω. Κι όσο με ζητάς θα είμαι εδώ, όσο ρωτάς θα σου απαντώ.
Και παίρνω θάρρος, μέχρι να ξαναχαθώ πάλι.

