– Κείμενο: ερημίτης –
Νοσηλευόταν σ’ ένα νοσοκομείο. Ο ορός, σταγόνα τη σταγόνα σαν το αυτόματο πότισμα σ’ ένα ατιμέλητο φυτό όταν οι ιδιοκτήτες του έτρεξαν να πάνε διακοπές μα κατ’ ουσίαν προ πολλού το ‘χαν εγκαταλείψει.
Σε μία γωνία του τοίχου πρόσεξε πάλι σήμερα κάποια επιγραφή από εκείνες που αφήνουν κάποιοι άνθρωποι καλοί, να σου θυμίζουν πως τελικά υπάρχει και Θεός, όταν εσύ ακόμη αυτό δεν το ‘χεις αποφασίσει:
«Ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (Β΄ Κορ. 12, 9)
Βέβαια όταν εξασκηθείς να λες “η υγεία πάνω απ’ όλα” σηκώνοντας ποτήρια σε οικογενειακές γιορτές, τώρα αυτές οι λέξεις φαντάζουν τόσο ανοίκιες όσο το ότι ένας Θεός αγκομαχόντας βάδισε επάνω στον άθλιο Γολγοθά μήπως και Τον προσέξεις.
Δεν το ‘χες καν προσέξει.
Την προηγούμενη, ήταν το χειρουργείο. Εδώ, ό,τι αισθάνθηκε ήταν αυτό το ψύχος παρά το γεγονός ότι απ’ έξω από την αίθουσα και από την καρδιά του ήταν καυτός Ιούλιος που έπαιρνε φόρα κι έπεφτε με δύναμη στα τζάμια μήπως και χώσει μέσα κάποια από τις καυτές, πύρινες εκπνοές του.
Αυτό, αλλά και μια αναπόληση του έμεινε από το χειρουργείο. Εκείνα τα ιδιαίτερα και χαρακτηριστικά φωτιστικά που έχει ένας τέτοιος χώρος, του θύμισαν κάποιο του παλιό και φίλτατο παιχνίδι το οποίο αναπαριστούσε σε μία κλίμακα μικρή όλο αυτό το σκηνικό και κάποιες του φιγούρες ήταν φτιαγμένοι με άσπρα ή πράσινα, γιατροί και χειρουργοί. Χειρουργικά εργαλεία σε σμίκρυνση… όντως -δεν το είχε ως παιδί βέβαια συνειδητοποιήσει- ήταν πιστό αντίγραφο εκείνο το παλιό το σετ που έπαιζε τότε σαν παιδί με αυτήν εδώ την αίθουσα τη νοσοκομειακή, όπως τώρα την έβλεπε από τα κάτω προς τα επάνω, μα με τη μόνη τώρα διαφορά πως το αλλοτινό παιδί σε ετούτο το άπιαστο παρόν ξάπλα είχε καθηλωθεί με μία δόση βίας. Ήταν το κεντρικό το πρόσωπο σε αυτό το σύγχρονο και άχαρο πλέον παιχνίδι.
Τα ρούχα του, εκείνα τα ειδικά, που θύμιζαν κάπως δέρματα άτσαλα φορεμένα κάποιας πολύ πρώιμης εποχής μιας σύγχρονης ερήμου και ο άνθρωπος που τα φορά, μόνιμος κάτοικος εκεί, λίγο τρελός, λίγο άγιος.
Πάντως ποτέ εντελώς.
Και δίχως να το ξέρει.
Και να, που βρέθηκε μετά σε μία απέραντη έκταση, αμμώδη ουτοπία με αυτά τα ρούχα του τρελού και θέλησε μία στιγμή αγία.
Ο τόπος και υπαρκτός και ανύπαρκτος- έχει να κάνει καθαρά με τη διορατικότητά σου- κι απ’ έξω από τις πύλες του σάπιζαν τσουβάλια λίρες, credit cards, πολύτιμα ασημικά, που’ ταν κατασχεμένα.
Οι σχέσεις του οι διαπροσωπικές, η έκφραση… σκεφτόταν τώρα ολα αυτά… κάποια κοινωνικά στερεότυπα όπου μεταμφιέστηκαν κάποια ανύποπτη βραδιά στα πιο αγνά “πιστεύω”…
Πώς λες ότι αγαπάς όλη την ανθρωπότητα, ότι λαμβάνεις δράση σ’ έναν ακτιβισμό για τους κατατρεγμένους, σε κόμματα πολιτικά πως χτίζεις μία κοινωνία όμορφη σαν ελαιογραφία… και δεν μπορείς να ανεχτείς ούτε όσα έχεις στο κεφάλι σου πριν πνίξεις τον -όντως δύστροπο- άμεσο διπλανό σου;
Μία προσωπικότητα που γράφεται με ψέμα.
Ένα φιλί που λοξοδρόμησε και γέμισε με αίμα.
Πίσω στο χειρουργείο, μια μεσήλικη αναισθησιολόγος του τοποθετούσε μία μάσκα κοντά στο πρόσωπο με την προτροπή να εισπνεύσει ώστε να ναρκωθεί προτού αρχίσουν όλα. Ήταν πρωί που έτρεχε να γίνει μεσημέρι, μία ασήμαντη στιγμή που εσύ εκείνη την ώρα έτρωγες, αστειευόσουν, ίδρωνες, κοιτούσες τη δουλειά σου.
“Το ψύχος, αυτό το ψύχος” σκέφτηκε, τώρα όπου δεν θα ήτανε αυτός εκεί, συνειδητά μαζί τους, πλέον θα το απέφευγε. Ας είναι. Μα την επόμενη μόλις στιγμή το εξέλαβε σαν λιώσιμο των πάγων κι εκείνος από την κορφή ενός αρχαίου παγόβουνου όπου πάντα διαβιούσε θα έπρεπε να ξεβολευτεί.
Πώς να ξεκαβαλήσει;
“Ξέρεις, – μου είχε εκμυστηρευτεί τη μέρα την επόμενη, που φόραγε τον ορό του- η μεγαλύτερη μου αγωνία αλλά και απορία ήταν αυτή η νάρκωση. Πως γίνεται δηλαδή από τη μία στιγμή στην άλλη να εξαφανιστείς, να χάνονται οι αισθήσεις σου και να το περιμένεις απλά και μόνο να συμβεί”.
“Πρόλαβες τελικά κάτι να συνειδητοποιήσεις -ρώτησα- ή κάτι να σκεφτείς, πριν τον μεγάλο ύπνο;”
Μου έγνεψε καταφατικά και έπειτα με το χέρι του που έφερε τον ορό του, μου έδειξε τον τοίχο:
«Ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (Β΄ Κορ. 12, 9)

