agios-papa-nikolas-planas-papadiamantis-moraitidis-kai-athina-tote

Ο άγιος παπα-Νικόλας ο Πλανάς, ο Παπαδιαμάντης, ο Μωραϊτίδης κι η Αθήνα τότε…

“Ο παπα-Νικόλας ως μπήκε στη θαλπωρή της εκκλησίας έβγαλε τον μποξά του. Ύστερα πήρε κερί απ’το παγκάρι τ’άναψε κι αφού το κράτησε με τ’αριστερό χέρι, έκανε μετάνοιες και προσκύνησε όλες τις εικόνες. Κατόπι στάθηκε καταμεσίς του ναού και γυρίζοντας προς το εκκλησίασμα το ευλόγησε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και μπήκε στο Άγιο Βήμα. Εκεί φόρεσε πετραχήλι και φελόνι και ξαναβγήκε στην Ωραία Πύλη θυμιατίζοντας, ενώ μπροστά του έστεκε πάντοτε ο λαμπαδούχος καλόγερος.

Η αγρυπνία είχε ξεκινήσει βέβαια από πιο νωρίς. Ο λαμπαδάριος Χριστοφίλης, ένας ψηλόλιγνος, καλοκάγαθος άνθρωπος, είχε χτυπήσει την καμπάνα. Και ύστερα άναψε τα καντήλια και έβαλε μπόλικο αρωματικό θυμίαμα στο θυμιατό καθοδηγούμενος από τον εκκλησιάρχη και τυπικάρη κυρ Αλέκο Παπαδιαμάντη.
Στο μεταξύ, ο παπα-Χρύσανθος με τη λευκή γενειάδα του, βοηθούμενος και από δυο-τρεις αγιορείτες μοναχούς άρχισε το Μικρό Εσπερινό. Κι ως τέλειωσε φάνηκε κι ο παπα-Νικόλας. […]

Τότε στάθηκε καταμεσίς του Ιερού ο παπα-Νικόλας, και με την ήρεμη, απαλή φωνή του ξεκίνησε το Μεγάλο Εσπερινό.
-“Ευλόγησον Δέσποτα… Δόξα τὴ ἁγία, καὶ ὁμοουσίω, καὶ ζωοποιῶ, καὶ ἀδιαιρέτω Τριάδι”… Ενώ ταυτόχρονα ο εκκλησιάρχης άρχισε να ψάλλει:
-“Δεῦτε, προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν τῷ βασιλεῖ ἡμῶν Θεῷ…”
Από κείνη τη στιγμή και ύστερα ο Μέγας Εσπερινός με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια και κατάνυξη προχωρούσε μαζί με την παγωμένη νύχτα έξω που σκέπαζε την κοιμισμένη Αθήνα.

Αληθινή μυσταγωγία. Αίσθηση απόλυτης γαλήνης και έκστασης. Ένθεη προσήλωση του πλήθους στο κύλημα και τη ροή της αγρυπνίας. Έλεγες πως δεν βρισκόταν πάνω στη γη ο λειτουργός. Αλλά οι άγγελοι τον κρατούσαν ψηλά σε σύννεφα, πάνω απ’τις ανάσες και τα βλέμματα των ανθρώπων.
Ξεχωριστά, τα μικρά παιδιά που υπηρετούσαν μέσα στο Ιερό έμεναν έκθαμπα, καθώς τούτο το θαυμαστό γεγονός το έβλεπαν με τα ίδια τα αθώα μάτια τους ως οπτασία και φαντασία!

-Μάνα ο παπάς, ο παπα-Νικόλας πετάει, πετάει ψηλά, είπε ένα δεκάχρονο αγόρι.
Κι εκείνη για να ηρεμήσει το παιδί της, το καθησύχασε:
-Μη φοβάσαι, γιε μου, έτσι συμβαίνει σ’όλους τους παπάδες που λειτουργούν!
-Και τί κάνουν δηλαδή;
-Μιλούν με το Θεό!”

“Ως εδραιώθηκε στην Αθήνα ο κυρ Αλέκος Παπαδιαμάντης ευτύς και με τη βοήθεια του ξαδέλφου του Μωραϊτίδη βρέθηκε σε παρέες συμποτικών φίλων που σύχναζαν στα ταβερνάκια και μπακάλικα τα διάσπαρτα τότε μέσα στα στενοσόκακα της Πλάκας, του Ψυρρή, του Μεταξουργείου και στις άλλες φτωχογειτονιές της Αθήνας. […]
Καθώς η κουβέντα κυλούσε έπιναν του καλού καιρού το κρασάκι τους. Έκαναν τα πειράγματά τους και φλυαρούσαν. Μα ο κυρ Αλέκος σ’όλο αυτό το διάστημα δεν έβγαζε άχνα από το στόμα του! Σωπούσε κι έκανε τάχα πως χάζευε. Ήταν όμως ευχαριστημένος απ’το ωραίο κρασί, την απλότητα των ανθρώπων και την εγκαρδιότητά τους. […]
-Αγρυπνίες, αγρυπνίες γίνονται εδώ στην Αθήνα; […]
Απ’την πρώτη κιόλας αγρυπνία στον Άγιο Ελισσαίο ο κυρ Αλέκος σκλαβώθηκε στην κυριολεξία. Παράδωσε λες την ψυχή του αμαχητί σ’αυτό το απροσποίητο όραμα. Σ’εκείνην την ιεροψαλτική μυσταγωγική ατμόσφαιρα. Κι από τότε δεν έλεγε πια να ξεκολλήσει.

Στην αρχή ο Παπαδιαμάντης παραστεκόταν στο δεξιό αναλόγιο. Σε λίγο όμως ζήτησε και τον άφησαν να ψέλνει κανονικά. … Και σιγά σιγά μπήκε στο χορό της ψαλτικής του Αγίου Ελισσαίου κι όλοι άκουγαν με κατάνυξη θρησκευτική τη χαρακτηριστική φωνή του. […]
Η όλη όμως ψαλτική πανδαισία στις αγρυπνίες του Αγίου Ελισσαίου συμπληρωνόταν και με τη μαεστρία του αριστερού ψάλτη. Κι αυτός ήτανε ο άλλος Αλέξανδρος, ο Μωραϊτίδης ο οποίος ήταν εξίσου εκφραστικός και παραδοσιακός.”

“Ο Παπαδιαμάντης όταν άρχισε να γράφει τις διηγήσεις του θυμόταν, αναπολούσε και νοσταλγούσε τους ταπεινούς ποιμένες του νησιού του. Έγραφε τη ζωή, την πολιτεία, τα βάσανα και την αγιοσύνη τους. Μα όταν βρισκόταν και συναναστρεφόταν τον παπα-Νικόλα έβλεπε και ζούσε την πραγματική ιστορία τους και στην Αθήνα στο πρόσωπο του παπα-Πλανά. Τον παρακολουθούσε ως μία μορφή ζωγραφισμένη πάνω στο τέμπλο της Εκκλησίας ως μια πανάρχαια φιγούρα που ερχόταν βαθιά, μέσα από τους χριστιανικούς αιώνες…

Έβλεπε ολοζώντανα την ενσάρκωση των όσων πίστευε για τον ορθόδοξο παπά. Κι ευτύς πρόσφερε την καρδιά του σε μια ολοκληρωτική, πνευματική υποταγή, σ’ένα πέρα, ως πέρα, αληθινό, γνήσιο ποιμένα.
“Ποιμένας στην κυριολεξία είναι κείνος που μπορεί να αναζητήσει και να θεραπεύσει τα απολωλότα λογικά πρόβατα με την ακακία του, το ζήλο του και την προσευχή του.” (Ιωάννης της Κλίμακος)”

“Αλλά σάμπως παρόμοια δεν ήταν η εμφάνιση σε απλότητα και η κοσμική αδιαφορία του παπα-Νικόλα; Και πάντα φτωχός δεν παράμενε ένεκα που όλα τα πρόσφερνε στους συνανθρώπους του;
Είχαν την ίδια ηλικία: Γεννήθηκαν και οι δυο στα 1851. Και ήταν η προέλευσή τους κοινή, νησιώτικη: Ο ένας απ’τη Σκιάθο κι ο άλλος απ’τη Νάξο. Έφερναν δηλαδή μέσα τους κι οι δυο τις ίδιες παραδοσιακές αξίες του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας σε μια Αθήνα χαμένη μέσα στην ξιπασιά, στην κακία και στη δαιμονική απάτη και κατάξερη από πολιτιστική παράδοση.
“Ο νεοπλουτισμός κι η κοινωνική προκοπή άρχισαν τότε ακριβώς να απαρνιώνται τη λαϊκή τους καταγωγή, να περιφρονούν τις λαϊκές αξίες, να εγκαταλείπουν το ύπαιθρο και να βολοδέρνουν μέσα στα ευρωπαϊκά ρεύματα χωρίς να μπορούν να αφομοιώσουν τίποτα και να προσανατολιστούν πουθενά.” (Γ.Βαλέτας)”

“Πάνω από όλα ο παπα-Νικόλας ήταν πατέρας. Και το μόνο που του έφτανε ήταν τα δάκρυα, η συντριβή κι η μετάνοια.
Συχνά έρχονταν να τον επισκεφτούν άνθρωποι δήθεν αξιοσέβαστοι κι εξωτερικά συντετριμμένοι!… Μα όταν έφευγαν ο παπα-Νικόλας φαινόταν λυπημένος. Και τότε τον ρωτούσε η νύφη του αν θα γίνουν καλά ή αν χυθεί βάλσαμο στην ψυχή του. Κι ο παπα-Νικόλας κουνούσε το κεφάλι του αρνητικά, ψιθυρίζοντας:
-Δεν έχουν Μαριγούλα μου μερικοί άνθρωποι ψυχή! Δεν έχουν δάκρυα, τί να τους κάμω; Τί να τους κάμω;”…

Από το βιβλίο του Δημήτρη Φερούση: “Ο παπακαλόγερος Νικόλας Πλανάς, ο Άγιος ποιμένας” (εκδόσεις Αποστολική Διακονία)

Πηγή:
https://firikia.blogspot.com/2024/03/blog-post.html

error: Content is protected !!
Κύλιση στην κορυφή