oi-kallones-mou-mayrofores-athoon-kalokairion

Οι καλλονές μου Μαυροφόρες αθώων καλοκαιριών

– Κείμενο: ερημίτης –

Σήμερα αναπόλησα κάποιες παλιές γιαγιάδες των παιδικών καλοκαιριών, δεκαετίας του ’80, σε κάποια γωνιά του Αιγαίου.
Όλα ξεκίναγαν κάθε που έβλεπα την γιαγιά μου να λύνει με μία κίνηση τον άσπρο της τον κότσο κι έπειτα με τη βούρτσα της να ισιώνει τα μακριά μαλλιά της.
Εσπερινός του Αυγούστου κι εγώ μέσα στην εκκλησία μαζί με τη γιαγιά, ανάμεσα σε τόσες μαυροφόρες. Εκείνη γεννημένη το 1912 και να ‘ναι η μικρότερη απ’ όλες.
Όταν μιλούσαν μεταξύ τους, εσύ δεν είχες παρά απλά να σιωπήσεις. Ήταν μεγάλες γυναίκες ήδη όταν είχαν πάρει μία βραδιά τους γέρους και τα μωρά τους παραμάσχαλα και είχανε πάει να κρυφτούν παραέξω στις σπηλιές για να γλυτώσουνε τα αντίποινα των άρτι αφιχθέντων Γερμανών.
Το Πάσχα του ’41 είχανε συμφωνήσει ότι θα το γιορτάσουνε κανονικά, έστω και αν το μόνο που είχανε ήτανε λίγες πατάτες. Όντως έτσι και έγινε και ο Θεός τους το ανταπέδωσε με το να επιστρέψουνε οι αδερφοί τους, οι άντρες τους απ’ το μέτωπο εκείνη ακριβώς τη μέρα.
Έβγαζαν τώρα τα βιβλιαράκια τους, έψελναν, ζύμωναν πρόσφορα, αποτελούσανε μια άτυπη ομάδα, ωστόσο η καθεμία τους ήταν διαφορετική.
Κάποια, στο σουλούπι της ήταν μικροσκοπική και στα όρια της σαλότητας. Θυμάμαι για παράδειγμα όταν ερχόταν κάποια μπόρα καλοκαιρινή γύρναγε μέσα στο χωριό φωνάζοντας: “Ο ουρανός είναι βροχώδης και η γη λασπώδης” και επαναλαμβάνοντας το. Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι κάποιες φορές το φώναζε και μεταφορικά, υπονοώντας καταστάσεις που τότε λόγω ηλικίας δεν αντιλαμβανόμουν κι έμενα απορημένος να κοιτώ τον καταγάλανο ουρανό.
Κάποια άλλη ήταν ιδιαιτέρως σκληροτράχηλη, τόσο σε βλέμμα όσο και σε καλούπι. Είχε αναλάβει το διακόνημα να ποτίζει τις πάμπολλες γλάστρες του ναού. Γλάστρες που εμείς τις σπάγαμε μαζί με τα λουλούδια, κάθε που επιλέγαμε της εκκλησίας την όμορφη αυλή να παίξουμε εκεί μπάλα. Όταν ερχόταν αιφνιδιαστικά, από την πίσω πόρτα, νιώθαμε όλα μας τότε, κάτι από την οργή των χρόνων της Παλαιάς Διαθήκης… συνήθως τρέχαμε να γλυτώσουμε κι αφήναμε εκεί την μπάλα.
Κάποια ήταν ήδη υπεραιωνόβια, γεννημένη προς τα τέλη του 18ου αιώνα, μάλλον το 1884, ρυτιδιασμένη αλλά όρθια. Δεν μίλαγε με το στόμα παρά με τις κινήσεις. Πηγαίναμε και την χαζεύαμε απλά. Την αντιμετωπίζαμε σαν κάτι αξιοπερίεργο. Και ήταν. Ένα αξιοπερίεργο ιερό.
Στα πανηγύρια του καλοκαιριού, στης Παναγιάς, στα εννιάμερα, που γέμιζε η πλατεία με πλήθος ντόπιων και τουριστών, εκείνες ένιωθαν πολύ γριές και ανάξιες ώστε να παρευρεθούν. Αλλά από την άλλη πάλι το θεωρούσαν προσβολή στο πρόσωπο της Θεοτόκου το να καθίσουν σπίτι. Έτσι, μπορούσες να τις δεις να κάθονται η μία δίπλα στην άλλη, σε ατελείωτη σειρά σε ένα μακρόστενο παγκάκι τσιμεντένιο κάποιας διακριτικής γωνιάς.
Κάποιες φορές από κοντά κι εγώ, ένεκα της γιαγιάς μου. Εκεί όλο μου έδειχναν σημεία της πλατείας και μου εξηγούσανε τί κτίρια υπήρχαν από τα παιδικά τους χρόνια όταν και συνυπήρχανε με Τούρκους στο νησί. Μου λέγανε για την “Ιμνονέ” την παιδική τους τουρκάλα φίλη, που ένα πρωινό έπεσε παίζοντας μέσα στο συντριβάνι – η ανόητη- και έφαγε από τον πατέρα της -που ‘χε το κόκκινο φέσι του πάντοτε γυαλισμένο- ένα σωρό ξυλιές. Μου λέγανε γύρω από το τζαμί απέναντι, που τώρα πια ήταν σπίτι, το πως βαφότανε οι Τουρκάλες όταν είχανε τις δικές τους τις γιορτές, όπως τις είχανε αντικρίσει σε κάποιο διάλειμμα τους απ’ το σχολείο του χωριού.
Μου λέγανε γύρω από το πώς τα χρόνια εκείνα τα παλιά κρατήσανε την Πίστη.
Ήταν κι εκείνες οι άλλες γιαγιάδες φίλες τους, που γνώρισα, του διπλανού χωριού όπου κατά την Μικρασιατική καταστροφή ήτανε νέες κοπέλες. Πολλά τα αξιοπερίεργα ιερά, ασήκωτα να τα ‘χεις για ρουτίνα.
Προσπάθησα να σκιαγραφήσω επιφανειακά εκείνες τις γυναίκες που βέβαια είχανε όπως όλοι μας και τα ελαττώματα τους, όμως στην ιστορία της Ρωμιοσύνης μας και στην αιωνιότητα υπάρχουνε τώρα ως καλλονές.
Ως τελευταία πράξη της αναπόλησης μου αυτής, θα έβαζα μία σκηνή από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 πια.
Εγώ τότε, ένας βλαμμένος έφηβος με ανησυχίες άλλες και ξαπλωμένος με μαγιό πριν το ηλιοβασίλεμα σε κάποια αμμουδερή ακτή. Στο άκουσμα ενός θορύβου γύρισα κι είδα εκεί πίσω μου, όχι πολύ μακριά, κάποιες από τις γιαγιάδες που είχανε απομείνει, στη σειρά, να έχουν σηκώσει νέφος γύρω τους από την άμμο που έμπλεκε και υψωνότανε μες στον βηματισμό τους και έτσι θαμπά, κρατώντας φανουρόπιτες να ανεβαίνουνε μία μία τα σκαλιά απ’ το ξωκλήσι το χτισμένο επάνω στην αμμουδιά, του Αγίου Φανουρίου. Το υποσυνείδητο μου τότε, θυμάμαι ότι εξέλαβε το θέαμα αυτό σε κάτι σαν ιερή πομπή, που με έκανε να ντραπώ κι αμέσως να σταθώ με κάποιου τύπου σεβασμό σε στάση προσοχής.
Τώρα, το τσιμεντένιο παγκάκι των πανηγυριών είναι εντελώς κενό, έχω και για ενθύμιο ενα “βιβλιαράκι”, την “Ιερά Σύνοψη” της γιαγιάς, την τυπωμένη στα 1900, όμως όλη αυτή μου η συναναστροφή λειτούργησε αργότερα στην καρδιά μου. Από μια χαραμάδα μου βρήκε τόπο να ανθίσει.
Τώρα τί άλλο πια να πω. Απλώς κοιτάζω πλέον σύμφωνα με τα μέτρα μου τα τόσο χαμηλά, μήπως μπορέσω και φτιάξω κάποτε κι εγώ με τη σειρά μου, καμιά ανάμνηση να είναι λίγο της προκοπής, για κάποιο παιδί άλλο.

error: Content is protected !!
Scroll to Top