nyxta-sto-oros-sina

Νύχτα στο Όρος Σινά, πάνω σε μια καμήλα. Μόνος.

– Κείμενο: ερημίτης –

Τί θυμήθηκα απόψε… πάνε κοντά 20 χρόνια όταν και είχα βρεθεί στην περιοχή του Σινά. Το ταξίδι από το Κάιρο με αυτοκίνητο πολύωρο, το μέρος τώρα άγονο αλλά κι ευλογημένο κι εγώ μέσα στη νύχτα σκόπευα να ανέβω το βουνό. Οι δύο φίλοι Αιγύπτιοι που με συνόδευαν, δεν φάνηκε να συμμερίζονται την ίδια επιθυμία, ωστόσο με ενημέρωσαν ότι στους πρόποδες τις νύχτες μαζεύονται Βεδουίνοι οι οποίοι μ’ ένα μικρό αντίτιμο και πάνω σε καμήλες σε συνοδεύουνε μέχρι την κορυφή.

Ήταν Σεπτέμβρης με καύσωνα και μ’ υγρασία τέτοια όπου ένιωθες την ανάσα σου να υγροποιείται άμεσα κι ύστερα λάσπη να γίνεται στα χώματα καταγής. Κατά συνέπεια έπιασε τόπο η πληροφορία που ως τότε δεν φανταζόμουν, ότι τις νύχτες η έρημος “παγώνει” κι έτσι ίσα που πρόλαβα να εξοπλιστώ με μια ζακέτα από μία ομάδα κατάδυσης της Ερυθράς θάλασσας παραδίπλα, καθώς και με φακό.
Στη δροσιά της νύχτας λοιπόν και σε μια έρημη γωνιά του πλανήτη, πρέπει να ήταν γύρω στις 2 π.μ. όταν παρέες Βεδουίνων, αρκετών περιηγητών και ενός διάσπαρτου κοπαδιού από καμήλες, συγκεντρωμένοι όλοι στους πρόποδες του Όρους, επρόκειτο να ζήσουμε την πρωινή αυγή από την κορυφή. Άμεσα ήρθα σε συμφωνία με κάποιον νεαρό και έτσι βρέθηκα επάνω στην καμήλα. Παρατηρούσα τους υπόλοιπους αλλοδαπούς τουρίστες που είχαν καβαλήσει ήδη και είχαν ξεκινήσει με τον ιδιοκτήτη της καμήλας τους να περπατάει μπροστά, κρατώντας τη απ’ τα γκέμια. Προς έκπληξή μου όμως είδα το ζώο το δικό μου να ξεκινάει μόνο του μ’ εμένα στην καμπούρα, ενώ ο Βεδουίνος ήδη ξεμάκραινε πεζός από ένα μονοπάτι.

Του φώναξα σχετικά με την καμήλα. Η δεύτερη έκπληξη ήταν πως γνώριζε αυτός και κάποια… ελληνικά.
Η φωνή του αντήχησε τη νύχτα: “Ξέρει δρόμο – ξέρει δρόμο!”
-“Ξέρει δρόμο;” του αντιγύρισα.
-“Ξέρει δρόμο – ξέρει δρόμο. Ναι!” Κι εκείνος τράβηξε τον δικό του. Το κομβόι απλώθηκε μετά από κάποια μέτρα, χάθηκε στο σκοτάδι και σύντομα βρέθηκα… νύχτα στο Όρος Σινά, στα χαμένα, πάνω σε μια καμήλα. Μόνος και κούμπωσα ζακέτα.
Κοιτάξτε, κάνα δυο παλιό- γαϊδούρια στο νησί μου πολύ παλαιότερα τα είχα καβαλήσει, αλλά αυτό τώρα ήτανε κάτι τελείως διαφορετικό…

Αναρωτήθηκα λοιπόν γύρω από το IQ του ζωντανού και το κατά πόσο ήτανε φρόνιμο να το εμπιστευτώ ή αν θα βρισκόμουν τελικά όπως σε κάποια καρτούν παλιά στα βάθη της ερήμου να αναζητώ νερό. “Μνήμη καμήλας” λέμε, σκέφτηκα μετά, η νύχτα ήταν έναστρη και έτσι είπα να αφεθώ, να απολαύσω τη μοναχικότητα μου, να νιώσω κάπως άνετα, όσο άνετα μπορεί να πορευτεί κανείς πάνω σε μια καμπούρα…
Άναψα λίγο τον φακό να σπάσει το σκοτάδι. Παντού πέτρα… ούτε ένα πράσινο κλαράκι σ’ ολόκληρο βουνό… κι εκείνη η έκφραση που ‘χει το στόμα της καμήλας σαν να με κοροϊδεύει…
Έσβησα τον φακό.
Ήταν μία μέρα πολύ κουραστική αυτή που είχα περάσει. Ατέλειωτη εθνική οδός, άνυδρα τοπία και κάπου σε μία έρημο λιγάκι πριν φτάσουμε στην περιοχή… ένα παράπηγμα στο πουθενά και δύο άνδρες ένοπλοι μας κλείσανε τον δρόμο. Φορούσανε διακριτικά του αιγυπτιακού στρατού, ο ένας πλησίασε στο παράθυρο κι άρχισε να μιλάει έντονα με τους φίλους μου στην μητρική τους γλώσσα κι ο εταίρος με… σημάδευε με το αυτόματό του όπλο.
Δεν ξέρω τί πρόβλημα υπήρχε και δεν κατάλαβα ποτέ, όμως ζητούσανε επιτακτικά να δούνε τα χαρτιά μου. Τότε ήταν που άκουσα απ’ τον φίλο μου να λέει μία λέξη, απ’ τις ελάχιστες που γνώριζα και δεν ήταν άλλη από τη λέξη “Γιουνάνι”. Στο άκουσμα αυτής της λέξης, οι δύο ένοπλοι αλλάξανε διάθεση μεμιάς, ούτε χαρτιά τους έδειξα, κάνανε νεύμα να συνεχίσουμε και μπήκανε ήσυχα ήσυχα ξανά μες στο παράπηγμά τους.

“Γιουνάνι” σημαίνει Έλληνας και στην εύλογη απορία μου, γιατί απέφυγα τον έλεγχο, ο φίλος μου απάντησε ότι στην χώρα οι Έλληνες είναι αγαπητοί κι αυτό για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι λόγω Μεγάλου Αλεξάνδρου και ο δεύτερος ότι στην νεότερη ιστορία, οι Έλληνες που ζήσανε στην Αίγυπτο δεν φέρθηκαν ποτέ σαν αποικιοκράτες. Δεν φέρθηκαν στον ντόπιο πληθυσμό όπως οι Ευρωπαίοι…
Σαν γόνος Ελλήνων της Αιγύπτου από την πλευρά του πατέρα μου , η αλήθεια είναι, ούτε που μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό η λέξη αποικιοκράτης, με τόσους Αιγύπτιους φίλους του πατέρα μου να μπαίνουνε συνέχεια στο σπίτι…

Εδώ να δώσω και ένα ταξιδιωτικό tip, ότι η φράση “Ίνα Γιουνάνι “(είμαι Έλληνας) όντως άνοιγε πόρτες τελικά, τόσο σε κουραστικούς ελέγχους ασφαλείας, όσο και στα απλά παζάρια, για όλο το υπόλοιπο της διαμονής μου τότε, όπου την χρησιμοποιούσα.
Η καμήλα, το πλοίο της ερήμου, συνέχιζε την πλεύση του και κάποια φώτα μπροστά μας τώρα από λάμπες πετρελαίου, μια ξύλινη παράγκα, και λίγος κόσμος μαζεμένος σκεπασμένος με κουβέρτες που έπινε ζεστό τσάι, μου έδειχνε ότι το μονοπάτι ήτανε το σωστό. Αναρωτήθηκα εάν η καμήλα μου θα έχει την ευγενή θέληση να σταματήσει για μια μικρή ανάπαυλα ή διαφορετικά το πώς άραγε θα μπορούσα να την κάνω να σταματήσει εγώ. Φτάσαμε στην παράγκα, ήμασταν κάπου στο μέσον του βουνού… την είδα να διστάζει, πήγε να κάνει ένα ακόμη βήμα που όμως το μετάνιωσε και τελικά ακινητοποιείται και χαμηλώνει στο έδαφος.

“Κάμηλος”, ελληνική λέξη με αφετηρία την λέξη “χάμηλος” ακριβώς λόγω αυτού της του χαρακτηριστικού, είχα να θυμηθώ.
Ο Βεδουίνος ήταν ήδη εκεί και με χαιρέταγε, παραπίσω του όλες οι φυλές του κόσμου και είναι αυτό σε τέτοιο βαθμό αληθινό, που φανταστείτε ότι τότε ήταν που με πλησίασε μια οικογένεια από το Περού, φορώντας εμπρός στο στήθος τους εκείνες τις “καρπέτες” τις χαρακτηριστικές, με έπιασαν παραμάσχαλα και θέλανε να βγούμε όλοι μαζί μία φωτογραφία, διότι κατά τα λεγόμενα τους, με βρήκαν… εξωτικό…
Σύντομα βρέθηκα πάλι επάνω στην γνώριμη καμπούρα. Ο Βεδουίνος ξαναχανόταν στο σκοτάδι και…
-“Ξέρει δρόμο – ξέρει δρόμο!”
-“Ξέρει δρόμο;”
-“Ξέρει δρόμο – ξέρει δρόμο. Ναι!”
Ανέβαινα το άγονο βουνό, το Θεοβάδιστο και σκεφτόμουν τώρα τις 10 εντολές που έλαβε ο Μωυσής. Αυτό που παρατήρησα είναι ότι στη σύγχρονη εποχή με μια πρώτη ματιά, για τον πολύ τον κόσμο δείχνουν παρωχημένες, μα η αλήθεια είναι μάλλον πολύ διαφορετική. Αν για παράδειγμα πάρουμε την εντολή που λέει “Τιμά τον πατέρα σου και την μητέρα σου” και κάποιος βρεθεί στην θέση του γονέα όμως όπου το παιδί του θα του μιλήσει με αυθάδεια καποια στιγμή υποθετικά, τότε την “παρωχημένη εντολή” θα κάνει μια στροφή ολοκληρωτική και θα την βρει σωστή.
Εάν τώρα ο ίδιος ως εργαζόμενος, μια μέρα πέσει θύμα του πρώην του εργοδότη για παράδειγμα, ο οποίος καλέσει ψευδομάρτυρα ώστε να αρνηθεί πως εργαζότανε εκεί και ότι κατά συνέπεια δεν του χρωστάει τίποτα απ’ τα δεδουλευμένα, τότε θα του φανεί ολόσωστη η εντολή “Ου ψευδομαρτυρήσεις”.
Για την ακρίβεια οι Δέκα Εντολές είναι καλές, αρκεί να αφορούν “τους άλλους” και να τις εφαρμόζουν κι έχουμε πάλι εδώ μια υποδειγματική έκφραση εγωπάθειας του σύγχρονου ανθρώπου…

Έφτανα πια στην κορυφή, θυμάμαι στο τέλος κάτι πετρόκτιστα σκαλιά και η καμήλα μου το γνώριζε καλύτερα από εμένα ότι είχε έρθει η ώρα για να αποσυρθεί.
Τα ανέβηκα πεζός. Το ελληνικό παρεκκλήσι της Αγίας Τριάδος ήταν απέναντι μου. Κορυφή. Ένα πρόχειρο κτίριο λιγάκι παρακάτω προφύλασσε απ’ το κρύο ενα σωρό ανθρώπους. Η αυγή δεν είχε ακόμη διαγραφεί. Θυμάμαι κάτι Σκανδιναβές κοπέλες που κάνανε καινούργιες γνωριμίες, παρέες ανθρώπων παντού. Αναγνώρισα τον ιδιοκτήτη της καμήλας μου στην άκρη του βουνού με κάποιους απ’ την φυλή του όπου καθότανε όλοι ήρεμα και έτσι εγώ επίλεξα να πάω κατά κει.
Απο αυτούς άλλοι ήταν ντυμένοι πιο ευρωπαϊκά, άλλοι φορούσανε εκείνες τις άσπρες κελεμπίες και οι πιο πολλοί είχανε περασμένες αραβικές μαντήλες γύρω από τον λαιμό τους.
-“Πώς είναι η ζωή στην έρημο;” τους ρώτησα και κάθισα μαζί τους.
-“Δεν παραπονιόμαστε, είμαστε καλά” απάντησε χαμογελαστά ο νεαρός Βεδουίνος, “οι πρόγονοι μας ήταν μισθοφόροι πολεμιστές, ήταν αναγκασμένοι να το κάνουν αυτό, διότι δεν έχεις πολλές επιλογές εδώ στην έρημο… τώρα πια έρχεστε εσείς και απλά κάνουμε βόλτα στο βουνό” συμπλήρωσε με μισά ελληνικά και μισά αγγλικά. Ήτανε ένας μελαμψός και ήρεμος χαρακτήρας. Δεν είπαμε τίποτα βαθυστόχαστο μετά, απλά ο ήλιος που έβγαινε από τα πέρα καραφλά βουνά αποκαλύπτοντας την ολοκληρωτική γύμνια του τοπίου, μας βρήκε να πειράζουμε όλοι μαζί ο ένας τον άλλον και να γελάμε.

Στην κάθοδο τα πράγματα ήτανε διαφορετικά. Μπορούσες πια και έβλεπες την αγία απεραντοσύνη, υπήρχε η προσμονή για να επισκεφτώ την Ιερά Μονή Σινά, της Αγίας Αικατερίνης, την οποία ήδη και διέκρινα να στέκεται σαν κάστρο της ερήμου. Πόσες ορθόδοξες άγιες ασκητικές μορφές δεν είχανε περάσει από εκεί…
Δεν θα σας κρύψω ότι πόναγε πια όλο το κάτω μέρος του κορμιού μου ένεκα της άβολης καμπούρας κι οι ήδη συγκεντρωμένοι άνθρωποι έξω απ’ την Ιερά Μονή, βλέπανε πια κάποιον σε στάση όρθια πάνω σε μια καμήλα, με πονεμένους μορφασμούς, να καταφθάνει εκεί…
Η καμήλα μου χαμήλωσε για ύστατη φορά κι εγώ άρχισα διακριτικά να ελίσσομαι ανάμεσα στο πλήθος ώστε να πλησιάσω στην πύλη του Μοναστηριού που θα άνοιγε σε λίγο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν Τούρκο ο οποίος φορούσε ένα κόκκινο κοντομάνικο μπλουζάκι με τυπωμένη επάνω της μια ημισέληνο μεγάλη να κάνει ό,τι έκανα κι εγώ, αλλά άκρως επιδεικτικά και αναλογίστηκα τους κάθε λογής κινδύνους όπου ξεπέρασε στο βάθος των αιώνων η Μονή.

Την ώρα όπου ο Αιγύπτιος νεοκώρος, άνοιγε πια τις πύλες, ήμουν ο πρώτος επισκέπτης κι αυτό που είδα τότε, δεν ξέχασα ποτέ:
Οι Πατέρες είχανε σχηματίσει ένα μικρό κύκλο με τα κορμιά τους και συζητούσανε μεταξύ τους. Όταν με είδανε να μπαίνω μου είπανε “good morning” και όταν μ’ ακούσανε εγώ να τους απαντώ: “Ευλογείτε Πατέρες, καλή σας ημέρα” είδα το μάτι τους να αστράφτει. Άρχισαν να γελάνε πρόσχαρα και ήρθανε και με πήρανε παραμάσχαλα, κυριολεκτικά κι αρχίσανε να με ξεναγούν στους χώρους του Μοναστηριού.
Η εικόνα του Παντοκράτορα, μέχρι και η Φλεγόμενη Βάτος όπου υπήρχε ακόμη, η γνήσια σαν φυτό, ήταν από τα πράγματα, μεταξύ όλων των άλλων, τα οποία θυμάμαι ανεξίτηλα.
Όμως θα σταθώ σε κάτι και θα κλείσω με αυτό, το οποίο τότε δεν είχα συνειδητοποιήσει σε όλο του το μεγαλείο, παρά μονάχα απόψε, 20 περίπου χρόνια πιο μετά:
Στο τέλος της περιήγησης, ένας Πατέρας με οδήγησε σε ένα δωματιάκι. Στο εσωτερικό του υπήρχαν κάποια βυζαντινά κειμήλια και έπειτα μου εξήγησε ότι αυτός ο χώρος κανονικά δεν είναι επισκέψιμος, ότι τον άνοιξε σε εμένα ώστε να θαυμάσω τα κειμήλια των προγόνων μας και τελικά με άφησε στον χώρο μόνο μου, να παραμείνω για όσο επιθυμώ, με μια εντολή σαφή: Είχα όλη την εξουσία και την ευθύνη να απαγορέψω την είσοδο εκεί σε όποιον πλησιάσει…
Ερχόμενος λοιπόν εγώ από το πουθενά, σε λίγη ώρα βρέθηκα να “ρίχνω πόρτα” σε όλες τις φυλές… στους Περουβιανούς με τις καρπέτες, στις Σκανδιναβές με τις νέες τους γνωριμίες, στον Τούρκο με την κόκκινη φανέλα με την ημισέληνο…
Πράγματι, ήμουν τότε τόσο πολύ ανόητος για να το δω αυτό. Απόψε, τόσα χρόνια αργότερα το συνειδητοποιώ, τώρα ακριβώς που το μοιράζομαι μαζί σας:
Ένας μηδαμινός, ένας ανάξιος παντελώς, βρέθηκα για 15 λεπτά της ώρας -θα το εκφράσω βέβαια, μέσα σε εισαγωγικά και εν είδει ποιητικής αδείας- να είμαι… “κλειδοκράτορας” της Ιεράς Μονής Σινά…
Απόψε το ξανασκέφτομαι και νοερά είμαι εκεί και γέρνω τώρα απαλά κάτω από τα δοκάρια της πόρτας αυτού του δωματίου.
Για σκέψου… από το πουθενά… ο χρόνος τώρα μπερδεύεται κι απόψε ενώνεται με τον τότε. Η μέρα ήταν κουραστική, το ίδιο και η νύχτα και γέρνω απαλά στην πόρτα του δωματίου.
Τί θυμήθηκα απόψε… Μάτια ψηλά και αναστεναγμός.
Η Ρωμιοσύνη μου… ο Θεός μου…

error: Content is protected !!
Scroll to Top