me-to-ena-podi-ston-paradeiso

Με το ένα πόδι στον Παράδεισο…

– Κείμενο: ερημίτης –

Μεσημέρι, καύσωνας. Ο μεγάλος ναός περίπου σκοτεινός, άδειος σχεδόν με μια επίφαση δροσιάς. Κάποιοι ηλικιωμένοι άνθρωποι εισέρχονταν σε αυτόν, ανάβανε κερί κι ότι κρατούσε ο καθένας τους συνήθως το έκανε βεντάλια. Κι ύστερα πάλι έξω. Κι ύστερα πάλι άλλοι.
Ο ιερέας στο βάθος, επάνω σε μία σκάλα άναβε ένα καντήλι. Έπειτα αργά αργά κατέβαινε και τη μετακινούσε, πήγαινε στο πιο δίπλα, φτιάχνοντας έτσι διαδοχικά πολλές μικρές φλογίτσες.
Ήρθε μετά και έκατσε παραδίπλα μου, εκεί στα πίσω πίσω. Είχε ιδρώσει εμφανώς. Το ανήσυχο το βλέμμα του με έκανε να πιστεύω ότι κι εκείνος γύρευε να βρει μια αυτοσχέδια βεντάλια.
«Είμαι μουσικός» ξεκίνησε να λέει. «Ήμουν. Έπαιζα μπάσο σε μία hard rock μπάντα που είχαμε τότε φτιάξει. Δεκαετία του ’80. Με ότι συνεπάγεται αυτό. «Ήσουν κι εσύ του “χώρου”; Σου άρεσε αυτή η μουσική; Εικάζω ότι μιλάμε για την δεκαετία του ’90 τώρα, γιατί είσαι λιγάκι πιο μικρός».
Έκανε παύση, μ’ άκουγε.
«Τα συγκροτήματα που άκουγες ήτανε καταθλιπτικά» σχολίασε. «Εννοώ οι μουσικοί οι ίδιοι ‘πασχαν από κατάθλιψη… » συμπλήρωσε.
«Όλες οι επιλογές αυτές, αποτελούν μια έκφραση – υποκατάστατο που οφείλονται σ’ αδυναμία θέασης του Θεού».
Ο ιερέας σκούπισε με το ράσο του μία γραμμή ιδρώτα όπου κυλούσε αργά αργά στην άκρη του μετώπου.
Χαμογέλασε. «Ύστερα θυμάμαι αυτούς του άγιους ανθρώπους που γνώρισα. Ξέρεις, θυμάμαι μια σκηνή που μου ‘ρχεται ενίοτε στο μυαλό. Ήμουνα τότε νεαρός και είχα επισκεφτεί τον Άγιο Παΐσιο. Με προέτρεψε ο Άγιος να πάμε μία βόλτα πέρα από το κελλί του. Κάποια στιγμή απ’ τον ορίζοντα ξεπρόβαλλε η φιγούρα κάποιου άλλου μοναχού. Ήταν μεγάλος σε ηλικία, κούτσαινε αυτός πολύ. Μα τον Θεό, κούτσαινε παρά πολύ. Μία υπερπροσπάθεια κάθε βηματισμός του. “Γέροντα Παΐσιε” του φώναζε ήδη από μακριά… “την ευλογία σου, γέροντα Παΐσιε” και έπειτα ήρθανε κοντά και έβαλαν μετάνοια.
Συνεχίσαμε τον δρόμο μας και περπατούσα ενώ παρατηρούσα άκομη κάθε του μορφασμό, το σύρσιμο, το πονεμένο πόδι.
“Τον βλέπεις αυτόν;” Ο Άγιος μου απηύθυνε τον λόγο. “Τον βλέπω, γέροντα” του είπα.
“Ε, αυτός λοιπόν που μόλις είδες, είναι με το… ένα πόδι στον Παράδεισο…” »
Ο ιερέας σ’ αυτό το μεσημέρι καύσωνα και λέγοντας αυτή την τελευταία φράση – λογοπαίγνιο του Αγίου, άρχισε να γελάει. Παρέσυρε κι εμένα, γελάσαμε μαζί.
Το πονεμένο πόδι στον Παράδεισο, πόσες στιγμές ποικίλου πόνου ανεβαίνουνε κομβόι την κάθε ώρα προς τα εκεί. Οι ροκ ήχοι του πάτερ, σκληροί και μαλακώνουνε στους Κήπους εκεί πάνω. Το πιο σκληρό μας ροκ μια απαρχή υμνογραφίας βυζαντινής.
Ο πάτερ μετά από λίγο ξεκίναγε τον εσπερινό. Η ατμόσφαιρα γέμισε θυμιάματα. Βγήκα για λίγο προς την έξοδο ανάμεσα από καπνούς. Έξω η ζέστη με έπνιγε. Με δύο πόδια αρτιμελή ας στείλω -είπα- στον Παράδεισο μια προδομένη και άδεια αγκαλιά.

error: Content is protected !!
Scroll to Top