fetos-ton-aygousto-o-mpampas-den-prokeitai-na-erthei

Φέτος τον Αύγουστο ο μπαμπάς δεν πρόκειται να έρθει

– Κείμενο: ερημίτης –

Κατά την παιδική μου ηλικία είχα την αγαθή την τύχη τα καλοκαίρια να παίζω ανέμελα και να τσαλαβουτάω στις γειτονιές και στις γαλάζιες θάλασσες του απομονωμένου μου νησιού. Ο πατέρας συνήθιζε να έρχεται εκεί τον Αύγουστο κατά την άδεια του, την καλοκαιρινή. Κάθε χρόνο, πάντα τον Αύγουστο.
Αυτά και άλλα πολλά θυμήθηκα πριν από μερικές ημέρες όταν και ένιωσα να βουλιάζω μέσα στην σκουληκότρυπα, όταν δειλά ακούμπησα μια άκρη από το matrix.
Όταν η πόλη κοιμάται και ερημώνει τότε και συνηθίζω στο να την πλησιάζω, στην λογική του αγριμιού που βρίσκει ως ευκαιρία την βαρυχειμωνιά και… “τσουπ” απαρατήρητο έφτασε ως το κέντρο. Οσφρίζεται τα αστικά σκουπίδια.
Κατά την τελευταία μου φορά βρέθηκα σε ένα σημείο στον ίδιο βαθμό ξένο όσο και αναπάντεχα οικείο. Για την ακρίβεια είχα βρεθεί εκεί με τον πατέρα μου κατά την παιδική μου ηλικία.
Εκείνος λογιστής, με τον αντίστοιχο αέρα του Αιγυπτιώτη, με έναν καφέ ελληνικό και μια εφημερίδα, καθότανε στο ίδιο το σημείο. Η εικόνα μπροστά μου καθάριζε συνεχώς. Εγώ κάτι ζωγράφιζα, κάτι που τότε ήταν ο όλος ο κόσμος μου επάνω στο χαρτί και… σε ένα ιδιότυπο fast forward που πέρασε για πλάκα τόσες δεκαετίες, ξανά εγώ εκεί. Κάθομαι τώρα στην θέση εκείνου του μικρού κι έχω μεταμορφωθεί σε κάτι όπου τότε δεν θα ‘χα φανταστεί ποτέ. Για την ακρίβεια θα μ’ είχε κατατρομάξει. Και ήμουν πλέον μόνος, να πολεμάω χωρίς να μου κρατάει το χέρι. Τώρα το είδωλο μου στο τζαμάκι μίας συσκευής που έπρεπε να έχω, με κάνει να αναρωτιέμαι ποιος στα αλήθεια είμαι εγώ, η τωρινή φιγούρα μου ή εκείνο το παιδί; Θα γίνει άραγε το “τώρα” μου ξεθωριασμένη ανάμνηση και ελειμματική σε μία μελλοντική original ταυτοποίηση του αληθινού μου εαυτού εάν αξιωθώ και φτάσω ως το τέλος;
Τις σκέψεις μου διακόπτει ή μάλλον συμπληρώνει μία υπέργηρη κυρία. Έχει έντονα κινητικά προβλήματα και με παρακαλάει επάνω μου να πιαστεί για να περάσει απέναντι τον δρόμο.
Η πόλη που κοιμάται και ενίοτε ροχαλίζει κι άτσαλα σε σκουντά, η γιαγιά γραπωμένη από το μπράτσο μου και στο μυαλό μου η εικόνα του πατέρα που ξεμακραίνει καθως κοιτάζω κατά κει, ενώ γυρνάει τώρα μία σελίδα από την εφημερίδα του, που δεν με αναζητά ενώ περνάω με την γιαγιά τον δρόμο.
Εκείνη μου επαναλαμβάνει διαρκώς ότι παρακάλεσε τον Άγιο Φανούριο σε αυτή την ερημιά να της φανερωθεί κάποιος πάνω του να ακουμπήσει και ότι βρέθηκα απρόσμενα εγώ. Αναρωτιέμαι εάν ο Άγιος φανέρωσε εμένα σε εκείνη ή μήπως το αντίθετο. Μου έλεγε για την Παναγιά, για όλους τους Αγίους και για το καντηλάκι της και αισθάνθηκα -χάρη σε αυτήν- πως μας ακολουθούσανε στρατιές, σιγά απελπιστικά, όπως κι εμείς βαδίζαμε. Μία πομπή εξωπραγματική. Δάδες τα φωτοστέφανα τους.
– “Πόσων χρονών είσαι γιαγιά;”
– “90, παιδί μου” και το μυαλό μου άρχισε τις μαθηματικές τις πράξεις: στα 1950 κάποιος ίσως την ερωτεύτηκε όταν και υπήρχε σαν όμορφη κοπέλα και κάποιος που γεννήθηκε γύρω στα 1850 πιθανότατα την έχει νανουρίσει.
Ένα μωρό που τωρα κλαίει, σκέφτομαι, σε μια πολυκατοικία, όταν θα φτάσει στην ηλικία της γραπωμένης επάνω μου γιαγιάς θα έχουμε αισίως 2112 μ.Χ. …
2 οι δεκαετίες χωρίς τον πατέρα και πια τα ορατά και αόρατα εκείνης της βραδιάς του Ιουλίου, φύγανε και είμαι μόνος και όπως καταλαβαίνεις είναι κάτι παραπάνω από πασιφανές ότι φέτος τον Αύγουστο ο μπαμπάς δεν πρόκειται να έρθει…
Εκείνο που κατάλαβα αυτή τη νύχτα Ιουλίου, είναι ο Θεός να είναι πανταχού παρών πέρα από τα δεσμά του χρόνου. Στο “τώρα μου”, βλέπει την προγιαγιά μου να είναι στο πλυσταριό, ταυτόχρονα και ένα δισέγγονο μου και στο συν ένα δευτερόλεπτο μετά από τη συντέλεια αυτής εδώ της γης είμαστε ήδη εκεί μαζί Του. Εκείνος στο “τώρα” μας το συλλογικό, ευελπιστώ, μας βλέπει εκεί μαζί Του.
Ξημέρωμα πίσω στην έρημο κι έχω χαρά μεγάλη… πως να το παραβλέψω ότι σε λίγο έρχεται Αύγουστος και αρχίζει η καλοκαιρινή άδεια του πατέρα… δεν είναι ότι αποτρελάθηκα, είναι ότι δεν πρέπει να ξε-μάθω.
Αφιερωμένο στις περιπλανώμενες ψυχές, διαχρονικά, όταν η πόλη κοιμάται.

error: Content is protected !!
Scroll to Top