– Κείμενο: ερημίτης –
Μια Πολιτεία παράξενη, πλωτή, του Αυγούστου τα νερά. Κάστρο του Άη Νικόλα. Άνθρωποι σε ταξίδι.
Ούτε να γίνει λόγος για θυμωμένο Ποσειδώνα κατά τον Ποιητή. Σου φτάνει η τόση θύελλα μέσα σου που ξεφυσάει στα μάτια. Και οι εικόνες γύρω σου μια ελαιογραφία με θάλασσα. Ζωγραφιστές καμπύλες μπλε και ήλιος φωτοστέφανο να φέγγει για έναν άγιο όπου ενώ εσύ διαβάζεις τις γραμμές αυτές, βογγάει κι ενχριστώνεται σε έναν στραγγαλισμό.
Ο άνεμος ξυρίζει τις άκρες των κυμάτων και το ταξίδι που με αναμνήσεις άρχισες, θα αποβιβάσει άλλον τελείως άνθρωπο από εσένα όταν είχες μπαρκάρει. Χαράματα θα δέσει, σε κάποια ανοίκεια ακτή, πέρα στην άγονη γραμμή.
Σε μία ματαιότητα, στην πρωινή την αύρα ένα πρωί του Αυγούστου η Θεοτόκος θα διαβεί, σαν αγιογραφία σε βίντεο κινηματογραφημένο, στα μπλε, στα κόκκινα της, στα Άκτιστα κατά χάρη και μια σταλιά από χρυσαφί ουρανό να έχει στη μασχάλη.
Οι καλές πράξεις είναι το παν, λένε όσοι αρνούνται τη νηστεία. Όμως δεν θέλω να γίνω καλός άνθρωπος. Θέλω να είμαι Ορθόδοξος σε ετούτη τη γιορτή. Η καλοσύνη του ανθρώπου μια ουτοπία, ένα κλισέ. Οπότε δεν θα ήθελα να ψευδομαρτυρήσω κάποτε πως τάχα “έγινα καλός”.
Και η νηστεία του Αυγούστου, δεν είναι η πιο μακρά και η άμεσα τρόπον τινά σκληρή σαν της Σαρακοστής. Είναι η πιο γλυκιά μέσα σε τέτοιο θέρος. Σαν τη γλυκύτητα εκείνης που άγγιξε ουρανό και τώρα μία συνάντηση της εκ του μακρώθεν κάπως, με άνθρωπο της από κάτω ακτής κι ολόγυρα η αλμύρα του σε θάλασσα ή δάκρυ.
Ωδή στον επερχόμενο Αύγουστο, που απελευθερώνει, που δεν μετριέται σε ώρες και λεπτά, παρά σε αναμνήσεις. Όπου το είδωλο σου έκρυψε και τώρα πια θα έχεις να το εξερευνήσεις.
“Ένα πρωινό η Παναγιά μου, θα ‘ρθει να με βρει…” μας θυμίζει ένα νοσταλγικό τραγούδι.
Γιατί όταν θα δέσει το βαπόρι, θα έχει αλλάξει η χρονιά και η γενιά σου όλη, πολλοί από τους συγγενείς, τις ψευδαισθήσεις σου δεν θα υπάρχουν να σε υποδεχτούν εκεί και οι τουρίστες με τα βαριά σακίδια είναι περαστικοί.

