– Κείμενο: ερημίτης –
Όταν ήμουν παιδί συνήθιζα να παίζω μπάλα τα απογεύματα σε μια τεράστια αλάνα με συνομήλικούς μου, σε κάθε μεγάλη ημέρα ζεστού καλοκαιριού. Μία βρυσούλα σκιερή προσέφερε το γάργαρο νεράκι της, μπροστά από ένα πεζούλι. Σ’ ένα ξεδίψασμά μου τότε, στην άκρη του ματιού μου έπιασα έναν μεγάλο άνθρωπο να στέκει φευγαλέα, κάπως να με παρατηρεί πριν στρίψει την γωνία και εξαφανιστεί.
Αυτή τη στιγμή που σου γράφω αναγνωρίζω αυτόν το άνδρα στον πρόσωπό μου, στο παρουσιαστικό μου και πριν να στρίψω στη γωνιά κοιτάζω τώρα έκθαμβος από την οπτική γωνία του εκείνο το παιδί.
Και η μπάλα αργά τσουλάει προς το μέρος μου, σκύβω και τη μαζεύω και τότε ήταν που πάγωσε εκείνη η στιγμή.
Όπως καταλαβαίνεις ο λογοτεχνικός μου οίστρος με οδήγησε να επινοήσω την ιστορία αυτή. Όμως η αφορμή δόθηκε τις προάλλες, όταν μετακινούσα, απόγευμα, κάποια παλιά κιβώτια τα οποία στοίβαζα δεξιά μου. Ένας έντονος πόνος- σφίξιμο, γεννήθηκε στο στομάχι, ανέβηκε σταδιακά μέχρι ψηλά στο στήθος μου και έμεινε να με καίει εκεί. Θεώρησα ότι αυτό ήταν το τέλος μου, μία σύντομη προειδοποίηση για κάτι που οσονούπω μοιραία θα συμβεί.
Έμεινα να βλέπω στο κενό, ζήτησα από Ψηλά από τη Θεία Πρόνοια το να ρυθμίσει θέματα σημαντικά σε σχέση με τον περίγυρό μου -τώρα, όπου προσεχώς δεν θα είμαι πια εδώ- δείπνησα στο μυαλό μου με άτομα όπου κατά το παρελθόν ήρθαμε σε συγκρούσεις και τελικά ικέτεψα να με ελεήσει ο Θεός. Και κάπου εκεί είδα τη μπάλα των παιδικών μου χρόνων αέναα να κυλάει.
…Και προφανέστατα δεν στάθηκε μοιραίο τελικά εκείνο το απόγευμα σε σχέση με τον προσωπικό μου θάνατο ή τη βιολογική ζωή, απλά ίσα που καταγράφηκε σαν μία παγωμένη μου στιγμή.
Σκέφτομαι τώρα πως το λευκό κοχύλι όπου πριν από λίγο βρήκα στην έρημη ακτή, παλαιότερα, ως παιδιά, μας έλεγαν οι μανάδες μας ότι αν ακουμπήσεις το αυτί στο στρογγυλό άνοιγμά του θα ακούσεις να βουίζει μέσα του μια ξεχασμένη θάλασσα και ιστορίες μικρές από το απύθμενο χάος του βυθού.
Μετά ήρθε η επιστήμη για να μας εξηγήσει ότι το κέλυφος του έχει άριστη ηχομόνωση και σχήμα εν είδει ηχείου, έτσι ώστε αυτά σου επιτρέπουν να ακούσεις την ίδια την κυκλοφορία απ’ το αίμα σου όπως αυτή εξελίσσεται περνώντας και απ’ το αυτί και ότι κατ’ ουσίαν “ακούς” το μέσα σου αφουγκράζοντας το κάθε απλό κοχύλι.
Μία βουτιά στο αίμα όπου κοχλάζει, άγριος ωκεανός, βλέμμα ψηλά ν’ ακούσω πιο προσεχτικά, πώς φούντωσε η μάχη μεταξύ ανθρώπων όταν στενέψαν τα όρια, πώς προέκυψε η αντίθεση όταν τα πάθη σου αποσχίστηκαν από το αγαθό σου μέρος της ψυχής και ύστερα πώς η άνωση σε βγάζει προς τα επάνω, σ’ αυτή την ηλιαχτίδα που διεισδύει μες στο υγρό στοιχείο στην παγωμένη σου στιγμή.
Κι ο ήλιος πια στην επιφάνεια το φωτοστέφανό σου -κολυμπάς- που όλο χαμηλώνει κι εσύ συνέχεια σκύβεις με χείλη μες στο αλάτι ίσα και μόνο για να φτάσεις στην πιο αγία σου στιγμή.
“Αύτη η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος εκεί ερπετά ών ουκ έστιν αριθμός, ζώα μικρά μετά μεγάλων.
Εκεί πλοία διαπορεύονται, δράκων ούτος, όν έπλασας εμπαίζειν αυτή.
Πάντα πρός σέ προσδοκώσι, δούναι τήν τροφήν αυτών εις εύκαιρον, δόντος σου αυτοίς συλλέξουσιν”.
(Ψαλμός ΡΓ΄. 103)